Στο εξωτερικό αρχονταρίκι του κελιού του ο Γέροντας Παΐσιος άκουγε πονεμένους και μπερδεμένους ανθρώπους και σπάραζε ή καρδιά του. Ήθελε να τους βοηθήσει ουσιαστικά, αρχίζοντας με τη διδασκαλία κι επισφραγίζοντας την προσπάθεια με θερμή προσευχή το βράδυ. Γνώριζε πολύ καλά ότι ό ίδιος δεν μπορούσε να βοηθήσει κανέναν, πίστευε, όμως, ότι ό Θεός όλα μπορεί να τα κάνει, για αυτό και προσευχόταν με πόνο.
Το έργο του ήταν δύσκολο, γιατί συναντούσε την αντίδραση του διαβόλου. Ό Γέροντας είχε διαπιστώσει πολλές φορές ότι ό διάβολος με λύσσα πολεμούσε το πνευματικό του έργο.
Κάποτε είχαν πάει στο καλύβι του δυο άνθρωποι, πού αντιμετώπιζαν σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Ό Γέροντας τους άκουσε με προσοχή και άρχισε να τους αναφέρει διάφορα παραδείγματα, προκειμένου να τονώσει την πίστη τους στο Θεό. Έβλεπε ότι οί άνθρωποι αυτοί διψούσαν να τον ακούσουν.
Όταν ή συζήτηση είχε φτάσει στο «ευαίσθητο σημείο», εμφανίστηκε στο σύρμα του φράχτη μια ομάδα επισκεπτών. Ό Γέροντας διέκοψε, για να τους χαιρετήσει και να τούς οδηγήσει σε κάποιο σημείο της αυλής του κελιού. Ξαναπήγε κοντά τους στους δυο αδελφούς για ολοκληρώσει τη σκέψη του. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και ακούστηκε μια φωνή απ’ την κάτω πόρτα της αυλής:
-Πάτερ, από πού θα μπούμε;
Ήταν μια άλλη παρέα. ‘Ο Γέροντας τους απάντησε:
Ελάτε από πάνω. Πάρτε λουκούμια και νερό και καθίστε.
Ό Γέροντας είχε χάσει τον ειρμό των σκέψεων του. Άρχισε πάλι απ’ την αρχή. Οι συνεχείς διακοπές τον πίεζαν κι ένιωθε άσχημα. Δεν μπορούσε να φτάσει στο δίδαγμα, πού ήθελε να προσφέρει στους δυο συνομιλητές του. Εφτά φορές τον διέκοψαν διάφοροι επισκέπτες. Τελικά αναγκάστηκε να βάλει δυο φρουρούς απ’ τους ίδιους τους επισκέπτες. Πήρε έναν απ’ το χέρι και του είπε . Να σταματάει τους επισκέπτες πού θα έρχονταν, λέγοντας τους, ότι πρέπει να έχουν υπομονή και να περιμένουν. Το ίδιο είπε και σε κάποιον άλλο, πού τον τοποθέτησε στην επάνω πόρτα. Έτσι ό Γέροντας μετά από αρκετή ώρα κατάφερε να τελειώσει τη συζήτηση με τους δυο πονεμένους αδελφούς. Όταν τους αποχαιρετούσε, τους εξήγησε τι είχε συμβεί:
-Έβλεπε ό διάβολος, αδελφοί, ότι ό Θεός σας έστειλε εδώ, για να τονωθείτε, πνευματικά και δεν το άντεχε. Το έκανε απ’ εδώ, το έκανε απ’ εκεί κι έστειλε όλους τους επισκέπτες μαζεμένους, για να με διακόπτουν και να μη μπορέσω να σας βοηθήσω. “Ας είναι όμως. Άντε να πάτε στην ευχή της Παναγίας.
Ό Γέροντας ένιωθε ικανοποίηση, που βοήθησε τους δυο αδελφούς, και άρχισε να μετράει τους επισκέπτες, πού ήδη είχαν μαζευτεί. Ήταν πολλοί. Ξεπερνούσαν τους τριάντα. Τους είπε να μαζευτούν όλοι στο υπαίθριο αρχονταρίκι, για να τους κεράσει. Μετά κάθισε κι αυτός κοντά τους και αφού τους έριξε μια ματιά, κατέβασε το κεφάλι του και περίμενε. Ένας απ’ τους επισκέπτες άνοιξε την κουβέντα:
-Γέροντα, δεν μας λέτε κάτι, για το διάβολο, ό όποιος τόσο μας ταλαιπωρεί και μας απομακρύνει απ’ το Θεό;
Continue reading →